ευκομιδής

εὐκομιδής, -ές (Α)
αυτός για τον οποίο έχει επιμεληθεί, έχει φροντίσει κάποιος καλά, ο καλοφροντισμένος («εὐκομιδεῑς νομαί», Ηρόδ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + κομιδή (< κομίζω «φροντίζω», υποχωρητικός σχηματισμός)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐκομιδής — well cared for masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐκομιδεστάτας — εὐκομιδεστάτᾱς , εὐκομιδής well cared for fem acc superl pl εὐκομιδεστάτᾱς , εὐκομιδής well cared for fem gen superl sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευκόμιστος — η, ο (ΑΜ εὐκόμιστος, ον) νεοελλ. μσν. αυτός που μεταφέρεται χωρίς κόπο αρχ. 1. ευκομιδής, επιμελημένος, καλοφροντισμένος 2. ιατρ. αυτός που εξάγεται, που εκβάλλεται εύκολα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + κομιστός (< κομίζω)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.